Σημασία του ορφανή | Babel Free
oɾ.faˈniΟρισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορφανός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η ορφανή κοπέλα μεγάλωσε στο σπίτι της θείας της.”
The orphan girl grew up in her aunt's house.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free