ορισμένη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ορισμένος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η συνάντηση θα γίνει σε ορισμένη ώρα και μέρα.”
The meeting will take place at a fixed time and day.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free