Meaning of ορθο- | Babel Free
/ˈoɾθo/Ορισμοί
- πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό
- είναι όρθιο
- είναι σωστό, χωρίς λάθη, ή έχει σχέση με τη λογική, τον ορθό λόγο
- είναι σε ορθή γωνία
- έχει κανονικό σχηματισμό
- πρώτο συνθετικό που δηλώνει σχέση με το ορθό, το τέλος του παχέος εντέρου
Παραδείγματα
“ορθο- (ortho-) + πτερό (pteró, “wing”) → ορθόπτερο (orthóptero, “orthopteran”)”
“ορθο- (ortho-) + δόντι (dónti, “tooth”) → ορθοδοντικός (orthodontikós, “orthodontic”)”
“ορθο- (ortho-) + παιδί (paidí, “child”) → ορθοπαιδική (orthopaidikí, “orthopedics”)”
“ορθο- (ortho-) + -γραφία (-grafía, “-graphy”) → ορθογραφία (orthografía, “spelling”)”
“ορθο- (ortho-) + δόξα (dóxa, “glory, opinion”) → ορθόδοξος (orthódoxos, “orthodox”)”
“ορθο- (ortho-) + κόλον (kólon, “colon”) → ορθοκολικός (orthokolikós, “colorectal”)”
“ορθοστασία”
“ορθάνοιχτος”
“ορθογραφία”
“ορθόδοξος”
“ορθογώνιο”
“ορθόπρισμα”
“ορθοδοντική”
“ορθοσκόπηση”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.