HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του ορθο- | Babel Free

Φράση CEFR B1
ˈoɾθo

Ορισμοί

  1. πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι το δεύτερο συνθετικό
  2. είναι όρθιο
  3. είναι σωστό, χωρίς λάθη, ή έχει σχέση με τη λογική, τον ορθό λόγο
  4. είναι σε ορθή γωνία
  5. έχει κανονικό σχηματισμό
  6. πρώτο συνθετικό που δηλώνει σχέση με το ορθό, το τέλος του παχέος εντέρου

Ισοδύναμα

Deutsch ortho-
English ortho-
Suomi orto-
Français ortho-
日本語 オルト
Polski orto-
Português orto-

Παραδείγματα

“ορθο- (ortho-) + πτερό (pteró, “wing”) → ορθόπτερο (orthóptero, “orthopteran”)”
“ορθο- (ortho-) + δόντι (dónti, “tooth”) → ορθοδοντικός (orthodontikós, “orthodontic”)”
“ορθο- (ortho-) + παιδί (paidí, “child”) → ορθοπαιδική (orthopaidikí, “orthopedics”)”
“ορθο- (ortho-) + -γραφία (-grafía, “-graphy”) → ορθογραφία (orthografía, “spelling”)”
“ορθο- (ortho-) + δόξα (dóxa, “glory, opinion”) → ορθόδοξος (orthódoxos, “orthodox”)”
“ορθο- (ortho-) + κόλον (kólon, “colon”) → ορθοκολικός (orthokolikós, “colorectal”)”
“ορθοστασία”
“ορθάνοιχτος”
“ορθογραφία”
“ορθόδοξος”
“ορθογώνιο”
“ορθόπρισμα”
“ορθοδοντική”
“ορθοσκόπηση”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ορθο- σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free