HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ορο- | Babel Free

Phrase CEFR B1

Ορισμοί

  1. ορο-, ορό-: (ιατρική) «ο ορός» ως πρώτο συνθετικό
  2. ορο-, ορό-: «ο όρος» ως πρώτο συνθετικό, με σημασία: σύνορο, όριο
  3. ορο-, ορεο-, ορεό-: (γεωγραφία, γεωλογία) «το όρος», «το βουνό» ως πρώτο συνθετικό

Παραδείγματα

“οροθετικός, ορόγαλα”
“< (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀρο- (με ψιλή) < ὁ ὀρό(ς)”
“οροθεσία, ορόσημο”
“< (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁρο- (με δασεία) < αρχαία ελληνική ὁ ὅρο(ς)”
“οροπέδιο, ορεογένεση, ορεόφυτα”
“< (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀρο-, ὀρεο- (με ψιλή) < αρχαία ελληνική τό ὄρο(ς) (το βουνό)”
“ορει-, ορεί- & ορεσι-, ορεσί-”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ορο- used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course