Meaning of ορο- | Babel Free
Ορισμοί
- ορο-, ορό-: (ιατρική) «ο ορός» ως πρώτο συνθετικό
- ορο-, ορό-: «ο όρος» ως πρώτο συνθετικό, με σημασία: σύνορο, όριο
- ορο-, ορεο-, ορεό-: (γεωγραφία, γεωλογία) «το όρος», «το βουνό» ως πρώτο συνθετικό
Παραδείγματα
“οροθετικός, ορόγαλα”
“< (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ὀρο- (με ψιλή) < ὁ ὀρό(ς)”
“οροθεσία, ορόσημο”
“< (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὁρο- (με δασεία) < αρχαία ελληνική ὁ ὅρο(ς)”
“οροπέδιο, ορεογένεση, ορεόφυτα”
“< (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή ὀρο-, ὀρεο- (με ψιλή) < αρχαία ελληνική τό ὄρο(ς) (το βουνό)”
“ορει-, ορεί- & ορεσι-, ορεσί-”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.