οργανική
Ορισμοί
η πτώση που χρησιμοποιείται όταν το αντικείμενο της πρότασης αποτελεί μέσο ή όργανο για τη δράση του ρήματος
Ισοδύναμα
33 more languages
Беларускаятворны склон
Bosanskiinstrumental
हिन्दीतृतीया विभक्ति
Hrvatskiinstrumental
Íslenskatækisfall
Қазақ тілікөмектес септік
한국어조격
Lietuviųįnagininkas
Latviešuinstrumentālis
Slovenčinainštrumentál
Slovenščinaorodnik
Српскиinstrumental
Svenskabehjälplig
తెలుగుతృతీయా విభక్తి
中文工具格
繁體中文工具格
Παραδείγματα
“Στα αρχαία ελληνικά η οργανική δηλώνει το μέσο μιας πράξης.”
In ancient Greek the instrumental case denotes the means of an action.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free