οπλισμένα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του οπλισμένο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα οπλισμένα σκυροδέματα άντεξαν τον σεισμό.”
The reinforced concrete pieces withstood the earthquake.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free