Meaning of οπισθο- | Babel Free
/o.piˈsθo/Ορισμοί
-
πρώτο συνθετικό που δηλώνει ότι εκείνο που ορίζει το δεύτερο συνθετικό formal
-
βρίσκεται πίσω από κάτι, και όχι μπροστά formal
-
κατευθύνεται προς τα πίσω formal
-
έχει δυσανάλογη διάπλαση formal
Παραδείγματα
“οπισθογράφηση, οπισθοστομαχικός”
“οπισθόναος”
“οπισθαύλιο”
“οπισθοχωρώ, οπισθοδρόμηση”
“οπισθογναθισμός”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.