Meaning of οπαίο | Babel Free
Ορισμοί
- οπή στη στέγη των σπιτιών των αρχαίων απ' όπου έβγαινε ο καπνός της εστίας και φωτιζόταν το εσωτερικό
- οπή στο κλείστρο πυροβόλου όπλου, από την οποία μεταδίδεται η φωτιά στη γόμωση
- τετράπλευρο άνοιγμα στο θωράκιο πλοίου
- τρύπα του τσιμπουκιού
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.