Meaning of ομόζυγος | Babel Free
/oˈmo.zi.ɣos/Ορισμοί
- μέρη συνόλου, συγγενικές έννοιες ή σχέσεις
- διαλεκτικά συστατικά (βλ. διαλεκτική)
- άτομο που φέρει ίδια γονίδια για μία ιδιότητα· και από τη μητέρα, και από τον πατέρα
Παραδείγματα
“※ Και το παράδοξο είναι, ότι ο μύθος που είναι ομόζυγος με το λόγο», του γίνεται ταυτόχρονα και αντίζυγος. Του είναι ομόζυγος, γιατί είναι «εικός», δηλαδή ταιριασμένος με το λόγο. Είναι όμως και αντίζυγος, γιατί ο μύθος είναι ιστόρηση, ζωγραφιά, και κάθε ιστόρηση είναι αντίθετη στην έννοια.”
“※ Ένα άτομο με ίδια αλληλόμορφα γονίδια για μια συγκεκριμένη ιδιότητα είναι ομόζυγο για την ιδιότητα αυτή, ενώ ένα άτομο με δύο διαφορετικά αλληλόμορφα γονίδια είναι ετερόζυγο”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.