HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ομοούσιος | Babel Free

Adjective CEFR B2

Ορισμοί

  1. που έχει την ίδια ουσία, την ίδια φύση
  2. ομοούσιο(ν): (θρησκεία) η μία και κοινή ουσία, η ταυτότητα της ουσίας

Παραδείγματα

“το ομοούσιον της θεότητος και της άγιας Τριάδος το τρισυπόστατον (Κύριλλ. Κων/π. 371).”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ομοούσιος used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course