Meaning of ομοούσιος | Babel Free
Ορισμοί
- που έχει την ίδια ουσία, την ίδια φύση
- ομοούσιο(ν): (θρησκεία) η μία και κοινή ουσία, η ταυτότητα της ουσίας
Παραδείγματα
“το ομοούσιον της θεότητος και της άγιας Τριάδος το τρισυπόστατον (Κύριλλ. Κων/π. 371).”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.