Σημασία του ομογενής | Babel Free
o.mo.ʝeˈnisΟρισμοί
- που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους
- που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
- ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
- μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι
Ισοδύναμα
العربية
سمي
Ελληνικά
ομοιογενής
Español
homogéneo
Suomi
homogeeninen
tasa-aineinen
tasajakoinen
tasakoosteinen
tasarakenteinen
yhdenlaatuinen
yhtenäinen
Galego
homoxéneo
Bahasa Indonesia
homogen
Italiano
omogeneo
日本語
同質
Latina
homogeneus
Nederlands
homogeen
Português
homogéneo
Українська
однорідний
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free