HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ομογενής | Babel Free

Adjective feminine CEFR B2
/o.mo.ʝeˈnis/

Ορισμοί

  1. που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους
  2. που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
  3. ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
  4. μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ομογενής used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course