ομογενής
Ορισμοί
- που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους
- που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
- ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
- μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι
Ισοδύναμα
23 more languages
العربيةسمي
Ελληνικάομοιογενής
Galegohomoxéneo
Bahasa Indonesiahomogen
Italianoomogeneo
日本語同質
Latinahomogeneus
Nederlandshomogeen
Portuguêshomogéneo
Українськаоднорідний
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free