Meaning of ομογενής | Babel Free
/o.mo.ʝeˈnis/Ορισμοί
- που κατάγεται από το ίδιο γένος με άλλους, που ανήκει στην ίδια εθνότητα με άλλους
- που έχει την ίδια προέλευση με κάποιον άλλο
- ηλεκτρικό ή μαγνητικό πεδίο με ίδια τιμή έντασης παντού
- μείγμα που έχει την ίδια σύσταση και τις ίδιες ιδιότητες παντού, ώστε να μη μπορούν να γίνουν διακριτά τα συσταστικά του με γυμνό μάτι
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.