Meaning of οδόμετρο | Babel Free
/oˈðo.me.tro/Ορισμοί
- συσκευή με την οποία μετρούσαν το μήκος μιας οδού ή άλλες αποστάσεις στην αρχαία Ελλάδα
- ο χιλιομετροδείκτης
Ισοδύναμα
English
Odometer
Παραδείγματα
“※ Το οδόμετρο (3ος αι. π.Χ.), ο πρώτος χιλιομετρητής της ιστορίας. Πρόκειται για μηχανισμό που χρησιμοποιούνταν για την ακριβή μέτρηση οδικών αποστάσεων. Σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Περί Διόπτρας) αποτελούνταν από ένα κιβώτιο με συμπλεκόμενους ατέρμονες κοχλίες και οδοντωτούς τροχούς προσαρμοσμένο σε κινούμενο όχημα. (www.archaiologia.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.