οδόμετρο
Ορισμοί
Ισοδύναμα
15 more languages
العربيةعَدَّادُ المَسَافَات
Galegocontaquilómetros
Italianocontachilometri
日本語オドメーター
Қазақ тіліодометр
한국어오도미터
Македонскикилометражник
Nederlandskilometerteller
Românăodometru
Русскийодометр
Παραδείγματα
“※ Το οδόμετρο (3ος αι. π.Χ.), ο πρώτος χιλιομετρητής της ιστορίας. Πρόκειται για μηχανισμό που χρησιμοποιούνταν για την ακριβή μέτρηση οδικών αποστάσεων. Σύμφωνα με τον Ήρωνα τον Αλεξανδρέα (Περί Διόπτρας) αποτελούνταν από ένα κιβώτιο με συμπλεκόμενους ατέρμονες κοχλίες και οδοντωτούς τροχούς προσαρμοσμένο σε κινούμενο όχημα. (www.archaiologia.gr)”
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free