Meaning of οίδημα | Babel Free
/ˈi.ði.ma/Ορισμοί
πρήξιμο σε ορισμένο σημείο των ιστών του σώματος λόγω παθολογικής συγκέντρωσης υγρού
Ισοδύναμα
English
Swelling
Παραδείγματα
“※ πέθανε από πνευμονικό οίδημα μία εβδομάδα προ των εκλογών (Βασίλης Βεκίρης, Ο πολιτικός Παναγιώτης Κανελλόπουλος, εκδ. Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνη, 1999, σελ.69)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.