ξεχασμένα
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του ξεχασμένο
accusative, nominative, plural, vocative
Παραδείγματα
“Τα κλειδιά έμειναν ξεχασμένα πάνω στο τραπέζι.”
The keys were left forgotten on the table.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free