Meaning of ξερίζωμα | Babel Free
/kseˈɾi.zo.ma/Ορισμοί
- η απόσπαση ενός φυτού από το έδαφος μαζί με τη ρίζα του
- η απόσπαση δια της βίας, ο διωγμός ή η αναγκαστική για οικονομικούς λόγους αποχώρηση ατόμου ή κοινότητας ή έθνους από την πατρίδα του ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε
-
η βίαιη απόσπαση από τις πολιτιστικές ρίζες figuratively
Ισοδύναμα
English
Eradication
Παραδείγματα
“Το ξερίζωμα του Ελληνισμού από τη Μικρά Ασία, την Κωνσταντινούπολη, των Αρμενίων από την Μικρά Ασία.”
“Το ξερίζωμα του μετανάστη που λαχταράει να γυρίσει στην πατρίδα του αλλα για οικονομικούς λόγους μένει μακριά.”
“Το ξερίζωμα των λέξεων από τις πηγές τους.”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.