HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of ξερίζωμα | Babel Free

Noun CEFR B2
/kseˈɾi.zo.ma/

Ορισμοί

  1. η απόσπαση ενός φυτού από το έδαφος μαζί με τη ρίζα του
  2. η απόσπαση δια της βίας, ο διωγμός ή η αναγκαστική για οικονομικούς λόγους αποχώρηση ατόμου ή κοινότητας ή έθνους από την πατρίδα του ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε
  3. η βίαιη απόσπαση από τις πολιτιστικές ρίζες
    figuratively

Ισοδύναμα

English Eradication

Παραδείγματα

“Το ξερίζωμα του Ελληνισμού από τη Μικρά Ασία, την Κωνσταντινούπολη, των Αρμενίων από την Μικρά Ασία.”
“Το ξερίζωμα του μετανάστη που λαχταράει να γυρίσει στην πατρίδα του αλλα για οικονομικούς λόγους μένει μακριά.”
“Το ξερίζωμα των λέξεων από τις πηγές τους.”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See ξερίζωμα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course