Meaning of νύστα | Babel Free
/ˈni.sta/Ορισμοί
- η αίσθηση ανάγκης για ύπνο, να κοιμηθεί κάποιος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
English
Drowsiness
Παραδείγματα
“※ Νύστα τοῦ ἄπραγου, τοῦ πάθους πυρετός, / τῆς ἀγρύπνιας τὸ σαράκι, ἄρρωστο αἶμα, / στοῦ παιδιοῦ τὰ χέρια χαρταϊτός... / -Ὅ,τι θὰ σοῦ πῶ εἶναι ψέμα. (Κωστής Παλαμάς, Ό,τι θα σου πω..., 1927)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.