Σημασία του νύστα | Babel Free
ˈni.staΟρισμοί
- η αίσθηση ανάγκης για ύπνο, να κοιμηθεί κάποιος
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
Ισοδύναμα
Čeština
ospalost
Français
somnolence
Italiano
sonnolenza
Polski
senność
Português
modorra
Română
somnolență
Svenska
dåsighet
Παραδείγματα
“※ Νύστα τοῦ ἄπραγου, τοῦ πάθους πυρετός, / τῆς ἀγρύπνιας τὸ σαράκι, ἄρρωστο αἶμα, / στοῦ παιδιοῦ τὰ χέρια χαρταϊτός... / -Ὅ,τι θὰ σοῦ πῶ εἶναι ψέμα. (Κωστής Παλαμάς, Ό,τι θα σου πω..., 1927)”
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free