HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νύστα | Babel Free

Noun feminine CEFR B1
/ˈni.sta/

Ορισμοί

  1. η αίσθηση ανάγκης για ύπνο, να κοιμηθεί κάποιος
  2. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)

Ισοδύναμα

English Drowsiness

Παραδείγματα

“※ Νύστα τοῦ ἄπραγου, τοῦ πάθους πυρετός, / τῆς ἀγρύπνιας τὸ σαράκι, ἄρρωστο αἶμα, / στοῦ παιδιοῦ τὰ χέρια χαρταϊτός... / -Ὅ,τι θὰ σοῦ πῶ εἶναι ψέμα. (Κωστής Παλαμάς, Ό,τι θα σου πω..., 1927)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νύστα used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course