Meaning of ντεκολτέ | Babel Free
Ορισμοί
- άνοιγμα σε ρούχο, συνήθως γυναικείο, που αφήνει να φαίνονται το κάτω μέρος του λαιμού και τμήμα του πάνω μέρους του στήθους
-
το τμήμα του σώματος που φαίνεται από το άνοιγμα αυτό (1) broadly
Παραδείγματα
“ένα αβυσσαλέο ντεκολτέ”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.