νοητική
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νοητικός
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Έχει εξαιρετική νοητική ικανότητα για την ηλικία της.”
She has excellent mental ability for her age.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free