HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of νεωκορία | Babel Free

Noun CEFR B2
/ne.o.koˈɾi.a/

Ορισμοί

  1. το έργο του νεωκόρου, η φροντίδα του ναού
  2. τιμητικό προνόμιο που παραχωρούσε η ρωμαϊκή διοίκηση σε πόλεις, το οποίο τους επέτρεπε να ιδρύσουν και να διαχειρίζονται επίσημο ναό αφιερωμένο στη λατρεία του αυτοκράτορα και της δυναστείας του, εντάσσοντας έτσι τη συγκεκριμένη πόλη στο θεσμικό πλαίσιο της αυτοκρατορικής λατρείας και ενισχύοντας το τοπικό της κύρος

Παραδείγματα

“※ O θεσμός της νεωκορίας ήταν άμεσα συνδεδεμένος με την επαρχιακή αυτοκρατορική λατρεία των πόλεων στο ανατολικό τμήμα της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, και ιδιαίτερα αυτών της επαρχίας της Ασίας. (Μαρία Καντηρέα, «Νεωκορία», Εγκυκλοπαίδεια Μείζονος Ελληνισμού (Μικρά Ασία), 2003)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See νεωκορία used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course