Meaning of νεφρός | Babel Free
/neˈfɾos/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- το καθένα από τα δύο όργανα του σώματος του ανθρώπου και άλλων ζώων που επιτελούν τον καθαρισμό του αίματος από τα τοξικά κατάλοιπα του μεταβολισμού και την παραγωγή των ούρων
Παραδείγματα
“Tον νεφρό χοίρου μεταμόσχευσαν σε ασθενή Αμερικανοί επιστήμονες, για πρώτη φορά στην ιστορία της ιατρικής, χωρίς το ανοσοποιητικό της σύστημα να τον απορρίψει άμεσα. Το εγχείρημα συνιστά σημαντική εξέλιξη και ενδεχομένως να λύσει το οξύ πρόβλημα έλλειψης ανθρώπινων μοσχευμάτων. (* εφημερίδα Καθημερινή, 21.10.2021)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.