ναυπηγός
Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο τεχνίτης ή ο μηχανικός που κατασκευάζει ή σχεδιάζει θαλάσσια σκάφη
Ισοδύναμα
17 more languages
العربيةسفان
Češtinaloďař
Íslenskaskipasmiður
Latinanaupegus
Македонскибродоградител
Nederlandsscheepsbouwer
Românămarangoz
Επίπεδο CEFR
B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free