HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

ναυπηγείο

Ουσιαστικό CEFR C2 Specialized
naf.piˈʝi.o

Ορισμοί

: ειδικά διαμορφωμένος και εξοπλισμένος με τεχνικές εγκαταστάσεις χώρος, όπου κατασκευάζονται, εξοπλίζονται, επισκευάζονται και καθελκύονται πλοία

Ισοδύναμα

29 more languages

Παραδείγματα

“Το πλοίο κατασκευάστηκε σε ένα μεγάλο ναυπηγείο.”

The ship was built in a large shipyard.

Επίπεδο CEFR

C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
See all C2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη ναυπηγείο σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free