Meaning of νίτρο | Babel Free
Ορισμοί
- κοινή ονομασία των νιτρικών αλάτων, των αλκαλίων και των γαιαλκαλίων, κυρίως όμως του νιτρικού καλίου και του νιτρικού νατρίου
-
τα καυστικά διαλύματα των νιτρικών αλάτων, αλκαλίων ή γαιαλκαλίων especially
-
μείγμα οξειδίων του αζώτου που βελτιώνει την καύση των οχημάτων slang
Παραδείγματα
“Βάλ'του νίτρο, θέλω να πάω με χίλια απόψε.”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.