Meaning of νίβω | Babel Free
/ni.vo/Ορισμοί
- πλένω το πρόσωπο ή/και τα χέρια μου με νερό
- καθαρίζω
-
εξαγνίζω figuratively
Παραδείγματα
“※ Τι θέλω εδώ; τι κάνω εδώ; σκεφτότανε, καθώς νιβότανε στο νιφτήρα. (Βασίλης Ρώτας Η κόρη με τα κόκκινα [διήγημα])”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.