νέτη
Ορισμοί
ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του νέτος
accusative, feminine, nominative, singular, vocative
Παραδείγματα
“Η μπλούζα ήταν νέτη λευκή, χωρίς κανένα σχέδιο.”
The blouse was plain white, without any pattern.
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free