Meaning of νάφθα | Babel Free
/ˈna.fθa/Ορισμοί
- γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό
-
ακάθαρτο πετρέλαιο general
Ισοδύναμα
English
Naphtha
Παραδείγματα
“※ Απόσπασμα από το βιβλίο Χημείας Β' Λυκείου Γενικής Παιδείας, Ενότητα 2.2 Νάφθα - Πετροχημικά, ※ @ebooks.edu.gr”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.