HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

νάφθα

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B1
ˈna.fθa

Ορισμοί

  1. γενική ονομασία κάθε μείγματος εύφλεκτων και πτητικών υδρογονανθράκων που χρησιμοποιείται για αραίωση ή καθαρισμό
  2. ακάθαρτο πετρέλαιο
    general

Ισοδύναμα

EnglishNaphtha
Françaisnaphte
DeutschNaphtha
18 more languages
العربيةنفط
Češtinanaftaropa
فارسینفت
Suominafta
עבריתנפט
Italianonafta
日本語ナフサ
한국어나프타
Kurdîneft
Portuguêsnafta
Русскийнафтанефть
Српскиnaftaнафта
Türkçemazotneft
Українськанафта

Παραδείγματα

“※ Απόσπασμα από το βιβλίο Χημείας Β' Λυκείου Γενικής Παιδείας, Ενότητα 2.2 Νάφθα - Πετροχημικά, ※ @ebooks.edu.gr”

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη νάφθα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free