Meaning of μύρτα | Babel Free
/ˈmiɾ.ta/Ορισμοί
- γυναικείο όνομα
- γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Μύρτας)
- γυναικείο όνομα, αντίστοιχο του Μυρτώ
- ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μύρτο
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.