Meaning of μόσχευμα | Babel Free
/ˈmo.sçev.ma/Ορισμοί
- όργανο ή ιστός που μεταμοσχεύεται σε άλλο οργανισμό
- υγιής ιστός που αφαιρείται από την αρχική του θέση και τοποθετείται αλλού για να βοηθήσει στην ανάπλαση ενός ασθενούντος ιστού
Παραδείγματα
“※ Συγκριτική μελέτη της σύνδεσης αυτογενούς οστικού μοσχεύματος με διαφορετικής επεξεργασίας εμφυτεύματα. Ιστολογική μελέτη (Αλέξανδρος Βέης, Εθνικό Αρχείο Διδακτορικών Διατριβών, ΑΠΘ, 2002 https://www.didaktorika.gr/eadd/handle/10442/14773)”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.