Meaning of μόρια | Babel Free
/ˈmoɾ.ʝa/Ορισμοί
-
ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού του μόριο accusative, nominative, plural, vocative
- γυναικείο όνομα
- ονομασία οικισμού της Ελλάδας στη Λέσβο
- ονομασία αρχαίου υπόγειου συγκροτήματος στη μυθοπλασία του JRR Tolkien, που ονομάζεται επίσης Khazad-dûm.
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.