Σημασία του μόντεμ | Babel Free
ˈmo.demΟρισμοί
ηλεκτρονική συσκευή που επιτρέπει την επικοινωνία ηλεκτρονικών υπολογιστών μέσω τηλεφωνικών γραμμών, μετατρέποντας το ψηφιακό σήμα του υπολογιστή σε αναλογικό τηλεφωνικό σήμα και αντίστροφα
neologism
Ισοδύναμα
العربية
مُودِم
Català
mòdem
Čeština
modem
Deutsch
Modem
Ελληνικά
διαποδιαμορφωτής
Esperanto
modemo
Español
modem
Suomi
modeemi
Français
modem
עברית
מודם
Հայերեն
մոդեմ
Bahasa Indonesia
modem
日本語
モデム
ខ្មែរ
ម៉ូដឹម
한국어
모뎀
Македонски
модем
Bahasa Melayu
modem
Nederlands
modem
Polski
modem
Português
modem
Русский
модем
Svenska
modem
Kiswahili
modemu
Türkçe
modem
Українська
модем
Tiếng Việt
modem
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free