μόντεμ
Ορισμοί
ηλεκτρονική συσκευή που επιτρέπει την επικοινωνία ηλεκτρονικών υπολογιστών μέσω τηλεφωνικών γραμμών, μετατρέποντας το ψηφιακό σήμα του υπολογιστή σε αναλογικό τηλεφωνικό σήμα και αντίστροφα
neologism
Ισοδύναμα
28 more languages
العربيةمُودِم
Catalàmòdem
Češtinamodem
DeutschModem
Ελληνικάδιαποδιαμορφωτής
Esperantomodemo
Suomimodeemi
עבריתמודם
Հայերենմոդեմ
Bahasa Indonesiamodem
ItalianoMODEM
日本語モデム
ភាសាខ្មែរម៉ូដឹម
한국어모뎀
Македонскимодем
Bahasa Melayumodem
Nederlandsmodem
Polskimodem
Portuguêsmodem
Русскиймодем
Svenskamodem
Kiswahilimodemu
Türkçemodem
Українськамодем
Tiếng Việtmodem
Επίπεδο CEFR
B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free