Meaning of μυρμηγκιά | Babel Free
Ορισμοί
- η μυρμηγκοφωλιά και το σύνολο των μυρμηγκιών που ζουν σε αυτή
-
μεγάλο πλήθος κόσμου figuratively
- καλοήθες ιογενές εξόγκωμα που προκαλείται στα ανώτερα στρώματα της επιδερμίδας και μεταδίδεται με την επαφή. Ο ιός ανήκει στην οικογένεια των ιών που ονομάζονται HPV human pappillomavirus. Οι μυρμηγκιές συνήθως έχουν το χρώμα του δέρματος και είναι άγριες στην υφή τους. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας τη μυρμηγκιά την απαντούμε και ως καρναβίτσα, μπασδραβίτσα, γαρδαβίτσα κ.λπ.
Ισοδύναμα
English
Wart
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.