Meaning of μπουρού | Babel Free
/buˈɾu/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπούρος
- γενική ενικού του Μπούρος
- μεγάλο κοχύλι που βγάζει χαρακτηριστικό ήχο όταν φυσήξουμε στην κόχη του
-
σειρήνα πλοίου ή εργοστασίου dated
-
μεγάλο όστρακο/κοχύλι που χρησιμοποιείται από μικρά σκάφη, π.χ. αλιευτικά, σπογγαλιευτικά κ.ά. ως ναυτικός τηλεβόας dated
-
η σάλπιγγα informal, vulgar
Παραδείγματα
“※ Όλα τα ζωντανεύει ο γερο-Κωνσταντής, όχι μόνο τα ιστορικά, αλλά και τα ιδιωτικά του καθενός, […] αρχίζει απ’ την Τουρκοκρατία και φτάνει ως την μπουρού της υφαντουργίας του Μουρτζούκου, το προπολεμικό ξυπνητήρι της πόλης, […]”
“※ απ' τους χειμώνες | Άκουγα σφύριζε η μπουρού | κι έβγαιναν οι Γοργόνες”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.