Meaning of μπουκάλα | Babel Free
/buˈka.la/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
- μεγάλο μπουκάλι και, συνήθως, με μεγάλο στόμιο
- μακρόστενο κυλινδρικό δοχείο για αέρια
-
το περιεχόμενο αυτού του δοχείου σαν μονάδα broadly
-
παρεΐστικο παιχνίδι όπου κάθονται όλοι σε κύκλο ενώ κάθε φορά ένας παίκτης στριφογυρίζει στο πάτωμα κάποιο μπουκάλι και υποχρεώνει όποιον δείχνει το στόμιο, όταν σταματήσει να γυρίζει, να κάνει κάτι (είτε προσυμφωνημένο είτε κάτι που αποφασίζεται εκείνη τη στιγμή) figuratively
Παραδείγματα
“είναι πολύ δύσκολο να βρεις σήμερα άδεια μπουκάλα γκαζιού”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.