Σημασία του μπλέχτηκε | Babel Free
Ορισμοί
γ' ενικό οριστικής αορίστου του ρήματος μπλέκομαι
Παραδείγματα
“Μπλέχτηκε σε μια ιστορία που δεν τον αφορούσε.”
He got involved in a matter that didn't concern him.
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Δείτε επίσης
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free