Meaning of μπιντές | Babel Free
/bi.ˈdes/Ορισμοί
υγειονομικός εξοπλισμός τουαλέτας που αποτελείται από χαμηλή πορσελάνινη λεκάνη και βρύση, και χρησιμοποιείται για προσωπική υγιεινή
Ισοδύναμα
English
bidet
Παραδείγματα
“※ Ἔβαλα πλακάκια πανάκριβα ποὺ σχημάτιζαν ἕνα παράξενο σύνολο μὲ παραστάσεις διάφορες ἔτσι ποὺ νὰ νιώθω εὐχάριστα σὲ τοῦτο τὸ χῶρο, ὅλα τ' ἀπαραίτητα εἴδη ὑγιεινῆς, φυσικὰ καὶ μπιντέ. (Μάριος Χάκκας, «Ὁ μπιντές», Ὁ μπιντὲς καὶ ἄλλες ἱστορίες, Αθήνα 1970)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.