HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπετόν | Babel Free

Noun CEFR C2 Specialized
/beˈton/

Ορισμοί

  1. μείγμα από άμμο, τσιμέντο και χαλίκι, που χρησιμοποιείται στην οικοδόμηση: το βάζουμε ρευστό π.χ. για θεμέλια ή πλάκες του πεζοδρομίου, και γίνεται συμπαγές μέσα σε λίγη ώρα
  2. μπετά
    plural

Παραδείγματα

“άλλες μορφές: μπετό (λαϊκότροπο)”

Επίπεδο CEFR

C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπετόν used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course