Meaning of μπερέτα | Babel Free
/beˈre.ta/Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο
-
σκουφί, μπερές idiomatic
- κάθε όπλο (και ιδίως τα πιστόλια) της ιταλικής εταιρείας κατασκευής πυροβόλων όπλων Beretta
Παραδείγματα
“※ […] και παρακάτω μαλώνει τον Φορτουνάτο, που του μιλεί με τη μπερέτα στο κεφάλι”
“※ Τα μάτια του αφέντη γούρλωσαν και το δεξί του χέρι σηκώθηκε, είτε προς το λαιμό του νεαρού είτε προς το πιστόλι που πάντοτε κουβαλούσε πάνω του, μια πλακέ μπερέτα των εννέα χιλιοστών”
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.