Meaning of μπεκιάρη | Babel Free
Ορισμοί
- γυναικείο επώνυμο, θηλυκό του Μπεκιάρης
-
γενική, αιτιατική και κλητική ενικού του Μπεκιάρης accusative, genitive, singular, vocative
- μπεκιάρης, στη γενική του ενικού
- μπεκιάρης, στην αιτιατική του ενικού
- μπεκιάρης, στην κλητική του ενικού
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.