Meaning of μπαχάρι | Babel Free
/baˈxa.ɾi/Ορισμοί
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- είδος μπαχαρικού που φτιάχνεται από αποξηραμένους καρπούς δέντρου της Καραϊβικής (Pimenta dioica), γνωστό και ως ινδικό πιπέρι
- οποιοδήποτε μπαχαρικό
Παραδείγματα
“※ Το τάγιζεν η μάνα του / ψωμί με το μπαχάρι (ταχτάρισμα δημοτικό) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”
“※ Τα μπαχάρια αδυνατίζουν (εφημερίδα Τα Νέα, Ένθετο «Υγεία», 3 Ιουλ. 2008)”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.