HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μπαχάρι | Babel Free

Noun CEFR B1
/baˈxa.ɾi/

Ορισμοί

  1. επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
  2. είδος μπαχαρικού που φτιάχνεται από αποξηραμένους καρπούς δέντρου της Καραϊβικής (Pimenta dioica), γνωστό και ως ινδικό πιπέρι
  3. οποιοδήποτε μπαχαρικό

Ισοδύναμα

English Allspice Spice

Παραδείγματα

“※ Το τάγιζεν η μάνα του / ψωμί με το μπαχάρι (ταχτάρισμα δημοτικό) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…))”
“※ Τα μπαχάρια αδυνατίζουν (εφημερίδα Τα Νέα, Ένθετο «Υγεία», 3 Ιουλ. 2008)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μπαχάρι used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course