Meaning of μπαρούτι | Babel Free
/baˈɾu.ti/Ορισμοί
- η πυρίτιδα
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
- ※ (…) ήταν αδύνατον να γίνουν μάχες, μόνο ο απόηχος έφτανε ως εδώ, (…) και τα μπαρούτια είχαν γίνει ανάρπαστα (Ιωάννα Καρυστιάνη, Μικρά Αγγλία)
- *)
Ισοδύναμα
English
Gunpowder
Επίπεδο CEFR
C2
Mastery
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.
This word is part of the CEFR C2 vocabulary — mastery level.