HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

Μπανίτσα

Ουσιαστικό CEFR B2
ˈba.ni.t͡sa

Ορισμοί

  1. ονομασία οικισμών της Ελλάδας, προηγούμενη ονομασία του Ψαθοχωρίου Δράμας, των Καρυών και της Συμβολής Σερρών και της Βεύης Φλώρινας.
    dated
  2. γυναικείο επώνυμο

Ισοδύναμα

Englishbanitsa
Françaisbanitsa
2 more languages
Българскибаница
Македонскибаница

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη Μπανίτσα σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free