HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του μπακάλης | Babel Free

Ουσιαστικό θηλυκό CEFR B2
baˈka.lis

Ορισμοί

  1. ανδρικό επώνυμο
  2. ο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι
  3. που κάνει πρόχειρους υπολογισμούς, που δουλεύει πρόχειρα και εμπειρικά
    figuratively, offensive

Ισοδύναμα

Παραδείγματα

“※ Μεγάλωσα σε μια γειτονιά όπου οι μπακάληδες, αφοί Λαγκούση στα Ταμπάχανα, ο Λώλος- παχουλός σαν καλοφουσκωμένο καρβέλι ψωμί- κι ο Μαρίνος- αδύνατος σα σκουράντζος-, γεροντοπαλίκαρα μέχρι το θάνατο τους (Αχαιών γεύσεις, Σοφία Π. Χριστοπούλου, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006, σελ. 13 https://books.google.gr/books?id=yfngAAAAMAAJ&q=%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82&dq=%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjg-erSgevmAhWMCuwKHfUKBi8Q6AEIMzAB)”
“※ Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μπακάλης σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free