Meaning of μπακάλης | Babel Free
/baˈka.lis/Ορισμοί
- ανδρικό επώνυμο
- ο ιδιοκτήτης καταστήματος που πουλάει τρόφιμα και μικροπράγματα για το σπίτι
-
που κάνει πρόχειρους υπολογισμούς, που δουλεύει πρόχειρα και εμπειρικά figuratively, offensive
Ισοδύναμα
English
Grocer
Παραδείγματα
“※ Μεγάλωσα σε μια γειτονιά όπου οι μπακάληδες, αφοί Λαγκούση στα Ταμπάχανα, ο Λώλος- παχουλός σαν καλοφουσκωμένο καρβέλι ψωμί- κι ο Μαρίνος- αδύνατος σα σκουράντζος-, γεροντοπαλίκαρα μέχρι το θάνατο τους (Αχαιών γεύσεις, Σοφία Π. Χριστοπούλου, Εκδόσεις Παλαιών Πατρών, 2006, σελ. 13 https://books.google.gr/books?id=yfngAAAAMAAJ&q=%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82&dq=%CF%83%CE%BA%CE%BF%CF%85%CF%81%CE%AC%CE%BD%CF%84%CE%B6%CE%BF%CF%82&hl=en&sa=X&ved=0ahUKEwjg-erSgevmAhWMCuwKHfUKBi8Q6AEIMzAB)”
“※ Οἱ μπακάληδες, οἱ καφετζῆδες, οἱ φουρνάρηδες, οἱ λαδάδες, οἱ κρασοπῶλες καὶ ἄλλοι, ποὺ ἔδιναν «βερεσέ» , εἶχαν κι αὐτοὶ τὶς τσέτλες τους (3ο συμπόσιο λαογραφίας του βορειοελλαδίτικου χώρου: Ήπειρος, Μακεδονία, Θράκη. Αλεξανδρούπολη, 14-18, Οκτωβρίου, Τόμος 186, Μέρος 1, Ίδρυμα Μελετών Χερσονήσου του Αίμου, 1980)”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.