Σημασία του μούχλα | Babel Free
ˈmu.xlaΟρισμοί
- κοινή ονομασία για πολλά είδη μυκήτων που αναπτύσσονται σε οργανικές ουσίες που βρίσκονται σε αποσύνθεση και έχουν μια χαρακτηριστική μυρωδιά
- το πρασινωπό ή ασπριδερό στρώμα που εμφανίζεται σε διάφορα μέρη και αποτελείται από διάφορα είδη μυκήτων μούχλας
-
νωχελικός, που αδρανεί γενικά, που βαριέται figuratively
-
αναχρονιστική κατάσταση figuratively
Ισοδύναμα
Παραδείγματα
“άλλες μορφές: μούχλας (αρσενικό), μούχλα (θηλυκό)”
Επίπεδο CEFR
C2
Επάρκεια
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR C2 — επίπεδο επάρκεια.
Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free