Meaning of μουρέλο | Babel Free
Ορισμοί
-
κοινή ονομασία εργαλείου καταστρώματος πλοίου, ξύλινο κωνικό σουβλί για την διάνοιξη σχοινιών, προκειμένου να περάσουν τα άκρα του και να δημιουργηθεί θηλιά, κοινώς γάσα idiomatic
-
μικρό ελαιόδεντρο (Κρήτη) ^((Χρειάζεται τεκμηρίωση…)) idiomatic
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.