HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μονωτής

Ουσιαστικό αρσενικό CEFR B1

Ορισμοί

  1. κάθε υλικό το οποίο δεν επιτρέπει την ελεύθερη διέλευση του ηλεκτρικού φορτίου από τη μάζα του
  2. ο επαγγελματίας εγκατάστασης μονώσεων

Ισοδύναμα

32 more languages
العربيةفاصل
Catalàaïllant
ગુજરાતીવીજરખું
Bahasa Indonesiaisolator
Íslenskaeinangrari
日本語絶縁体
Kurdîerişte
Te Reo Māoriārai
Македонскиизолатор
മലയാളംകുചാലകം
Polskiizolator
Portuguêsisolante
Românăizolator
Русскийизолятор
Svenskaisolator
ไทยฉนวน
Tagalogpambukod
Türkçeyalıtkan
Українськаізолятор
Tiếng Việtchất cách điện
中文絕緣子
繁體中文絕緣子

Επίπεδο CEFR

B1
Μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B1 — επίπεδο μεσαίο.
See all B1 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μονωτής σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free