HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μισεύω | Babel Free

Verb CEFR B1
/miˈse.vo/

Ορισμοί

  1. φεύγω
  2. αποδημώ, ξενιτεύομαι
  3. αναχωρώ από τη ζωή
    figuratively

Παραδείγματα

“※ Καθώς και προχθές το δείλι και την προχθεσινήν νύκτα σάς έγραψα ότι έμελλον να μισεύσω από το Ροϊνό. (Θεόδωρος Κολοκοτρώνης, Άπαντα, τ. 1, Ιστορικές εκδόσεις 1821, σελ. 111)”
“※ Πηγαίνει τότες ο Παναγής στη γριά την πεθερά του, και της λέει: — Κατάλαβα· ο γέρος θέλει να με ψήσει στη φω­τιά πρώτα. Φιλώ λοιπόν το χέρι σου, και μισεύω. (Αργύρης Εφταλιώτης, Φυλλάδες του Γεροδήμου/ζ)”
“※ Κι εκάλεσε τον αδελφό και χωριστά του λέει: / — Βουλιούμαι, αγαπημένε μου, στα ξένα να μισέψω, / να διαπεράσω τα βουνά, να πάω σε ξένον κόσμο (Κώστας Κρυστάλλης)”
“※ Και μέσ’ στα δώδεκα ψηλά και μέσ’ στους τόσους μήνες / ο μισευμένος κίνησε απ' τα μακριά τα ξένα / να διαπεράσει θάλασσες, κάμπους, βουνά, ποτάμια. (Κώστας Κρυστάλλης)”
“※ καί, ἀντὶς ἀπὸ τ' ἀστέρια ὁποῦ θωροῦσα, | μοῦ ἀστράφτει ὀμπρὸς τοῦ Χάρου τὸ λεπίδι | Χωρὶς ν’ ἀκούω θλίψη γιὰ τοῦτο ἢ τρόμο, | μισεύω ξημερώνοντας (Γεράσιμος Μαρκοράς, Σονέτο: Ως πρώτα που γοργά σ’ ακολουθούσα)”

Επίπεδο CEFR

B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μισεύω used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course