Meaning of μιαρός | Babel Free
/mi.aˈɾos/Ορισμοί
- που φέρει μίασμα, που προκαλεί μίανση
-
ανήθικος, αχρείος, ανόσιος broadly
Παραδείγματα
“→ χρειάζεται παράθεμα”
“≈ συνώνυμα: ακάθαρτος, ανόσιος, βέβηλος, μιασμένος, μολυσμένος, ρυπαρός”
“≠ αντώνυμα: αμίαντος”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.