Meaning of μιαρό | Babel Free
Ορισμοί
: μικρόσωμο ζώο του δάσους ή μεγάλο έντομο που προκαλεί ζημιά σε καλλιέργειες (στη κρητική διάλεκτο)
idiomatic
Παραδείγματα
“μιαρά θεωρούνται π.χ. οι ασβοί, οι σκαντζόχοιροι, τα ποντίκια, τα φίδια, κ.ά. καθώς και οι ακρίδες, οι πρασάγγουρες κ.ά.”
Επίπεδο CEFR
B1
Intermediate
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.
This word is part of the CEFR B1 vocabulary — intermediate level.