HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Meaning of μια φορά | Babel Free

Noun CEFR B2
/ˈmɲa foˈɾa/

Ορισμοί

  1. μόνο σε μία και μοναδική περίπτωση
  2. δηλώνει αποστασιοποίηση από μια ενέργεια, για να διαχωρίσει κάποιος τη θέση του

Ισοδύναμα

English once

Παραδείγματα

“Μια φορά γεννιέται κανείς!”
“≈ συνώνυμα: άπαξ”
“≠ αντώνυμα: καμιά φορά, ποτέ”
“Εγώ, μια φορά, στο είπα να μην πας! Εγώ, πάντως, στο είπα να μην πας!”
“≈ συνώνυμα: πάντως (για περισσότερη αντίθεση)”

Επίπεδο CEFR

B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.

Δείτε επίσης

Learn this word in context

See μια φορά used in real conversations inside our free language course.

Start Free Course