HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
← Επιστροφή στην αναζήτηση

Σημασία του μητρικός | Babel Free

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
mitriˈkos

Ορισμοί

  1. που προέρχεται από τη μητέρα
  2. ο σχετικός με το όργανο της μήτρας

Ισοδύναμα

العربية أمومي أمي أمي
Български майката
Cymraeg mamol
Dansk moderlig
Eesti emapoolne
Gaeilge máithriúil
Galego uterino
עברית אמהי
हिन्दी मातृक मादरी
Magyar anyai anyái
Italiano materna materna materno uterino
Македонски мајчински
Português maternal maternal materno uterino
Română matern
Slovenčina materský
Shqip amënor
Svenska moderlig
Українська материнський
繁體中文 子宮

Παραδείγματα

“μητρικό γάλα”
“μητρική στοργή”
“μητρικό ένστικτο/φίλτρο”
“το μητρικό περίβλημα”
“μητρικά προβλήματα (γυναικολογικά)”
“εμβρυο-μητρική ιατρική”
“μητρική κοιλότητα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μητρικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free