Meaning of μητρικός | Babel Free
/mitriˈkos/Ορισμοί
- που προέρχεται από τη μητέρα
- ο σχετικός με το όργανο της μήτρας
Παραδείγματα
“μητρικό γάλα”
“μητρική στοργή”
“μητρικό ένστικτο/φίλτρο”
“το μητρικό περίβλημα”
“μητρικά προβλήματα (γυναικολογικά)”
“εμβρυο-μητρική ιατρική”
“μητρική κοιλότητα”
Επίπεδο CEFR
B2
Upper Intermediate
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.
This word is part of the CEFR B2 vocabulary — upper intermediate level.