HomeServicesBlogDictionariesContactSpanish Course
Επιστροφή στην αναζήτηση

μητρικός

Επίθετο θηλυκό CEFR B2
mitriˈkos

Ορισμοί

  1. που προέρχεται από τη μητέρα
  2. ο σχετικός με το όργανο της μήτρας

Ισοδύναμα

35 more languages

Παραδείγματα

“μητρικό γάλα”
“μητρική στοργή”
“μητρικό ένστικτο/φίλτρο”
“το μητρικό περίβλημα”
“μητρικά προβλήματα (γυναικολογικά)”
“εμβρυο-μητρική ιατρική”
“μητρική κοιλότητα”

Επίπεδο CEFR

B2
Ανώτερο μεσαίο
Αυτή η λέξη ανήκει στο λεξιλόγιο CEFR B2 — επίπεδο ανώτερο μεσαίο.
See all B2 Ελληνικά words →

Δείτε επίσης

Μάθετε αυτή τη λέξη σε πλαίσιο

Δείτε τη λέξη μητρικός σε πραγματικές συνομιλίες στο δωρεάν μάθημα γλώσσας.

Ξεκινήστε δωρεάν

Know this word better than we do? Language is a living thing — help us keep it growing. Collaborate with Babel Free